παρέκκλιση
ουσιαστικό1. Απομάκρυνση από την καθιερωμένη ή αναμενόμενη πορεία, κατάσταση ή κανόνα.
2. Στατιστικό ή τεχνικό μέγεθος που εκφράζει τη διαφορά μεταξύ μετρήσεων ή μεταξύ παρατηρούμενης τιμής και προβλεπόμενης/μέσης τιμής.
Συνώνυμα
απόκλιση εκτροπή παρεκτροπή ανωμαλία παρέκβαση παραστράτημα εκτροχιασμός αποκλίση εξαίρεση παράβαση απομάκρυνση αλλοίωση παραμόρφωση παρασιμία παραφωνία αστοχία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρέκκλιση από το πρωτόκολλο πρέπει να καταγράφεται και να αιτιολογείται.
- Μια μικρή παρέκκλιση στη συμπεριφορά του ασθενούς δεν είναι πάντα ανησυχητική.
- Στατιστικά, αυτή η τιμή θεωρείται παρέκκλιση και θα διερευνήσουμε την αιτία.
- Η παρέκκλιση της πορείας του πλοίου οφειλόταν στον ισχυρό άνεμο.
- Η διοίκηση δεν ανέχεται παρέκκλιση από τους κανόνες ασφαλείας.