παπάς
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που τελεί λατρευτικές τελετές και μυστήρια της Χριστιανικής Εκκλησίας, παρέχει πνευματική καθοδήγηση και επιτελεί ποιμαντικά καθήκοντα στην τοπική ενορία, κυρίως στην Ορθόδοξη παράδοση.
Συνώνυμα
ιερέας πρεσβύτερος κληρικός λειτουργός εφημέριος πάτερ πατήρ ιερωμένος ιερεύς ιερομόναχος διάκονος ιεροδιάκονος μοναχός αρχιμανδρίτης επίσκοπος μητροπολίτης αρχιεπίσκοπος γέροντας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παπάς της ενορίας τέλεσε το μυστήριο του γάμου.
- Ο παπάς ήρθε στο σπίτι για να κάνει αγιασμό.
- Ο παπάς διάβασε τις προσευχές στο μνημόσυνο.
- Στο σκάκι, ο παπάς κινείται διαγώνια και ελέγχει μακριές γραμμές.
- Ο Γιώργος, που όλοι τον φωνάζουν παπάς, βοηθάει τους γείτονες σε κάθε ανάγκη.