παλικαράς
ουσιαστικό1. Άνδρας, συχνά νέος, που διακρίνεται για το θάρρος, την ανδρεία και την αποφασιστικότητα σε δύσκολες ή επικίνδυνες καταστάσεις.
Συνώνυμα
παλικάρι λεβέντης λεβέντορας αντράκι ήρωας μάγκας παλληκάρι παλικαράκι άντρας τσαμπουκάς παλικαράκος πολεμιστής μπράβος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παλικαράς σκαρφάλωσε στο δέντρο για να σώσει το γατάκι.
- Ήταν παλικαράς και δεν φοβήθηκε να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο.
- Στη γειτονιά τον φωνάζουν παλικαράς από θαυμασμό για τη γενναιότητά του.
- Σε κάθε χωριό υπάρχει ένας παλικαράς που πάντα βοηθάει τους γείτονες.
- Ο παλικαράς της ιστορίας έγινε θρύλος στα τραγούδια του τόπου.