πακετάρω
ρήμα1. Τοποθετώ και οργανώνω αντικείμενα μέσα σε συσκευασία (κουτί, σακούλα, κιβώτιο κ.λπ.) ώστε να χωρέσουν και να προστατευτούν.
2. Ετοιμάζω αγαθά ή προϊόντα για μεταφορά ή αποστολή, κλείνοντας, στερεώνοντας και επισημαίνοντάς τα κατάλληλα.
Συνώνυμα
συσκευάζω φορτώνω τυλίγω περιτυλίγω δεματίζω χώνω τοποθετώ βάζω σφραγίζω δένω κλείνω τακτοποιώ κουβαλάω κουκουλώνω προετοιμάζω εκφορτώνω καταχωνιάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τώρα πακετάρω τα ρούχα για το ταξίδι.
- Αύριο θα πακετάρω τα προϊόντα για αποστολή.
- Πριν φύγω, πρέπει να πακετάρω όλα τα βιβλία στο κουτί.
- Στον υπολογιστή πακετάρω τα αρχεία σε ένα αρχείο .zip για να τα στείλω.
- Έφτιαξα λίστα για να πακετάρω πιο γρήγορα, ώστε να μην ξεχάσω τίποτα.