παιδάρι
ουσιαστικό1. Μικρό ή νεαρό άτομο, συνήθως παιδί, που αναφέρεται με χαϊδευτικό, οικείο ή λαϊκό ύφος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παιδάρι κοιμάται στο δωμάτιό του.
- Έλα εδώ, παιδάρι μου, να σου δώσω σοκολάτα.
- Όλα τα παιδάρια της γειτονιάς μαζεύτηκαν στην πλατεία.
- Μην τον υποτιμάς· δεν είναι παιδάρι για να τον κοροϊδεύεις.
- Δεν είμαι παιδάρι, ξέρω τι κάνω.