πάρα

επίρρημα

Επιρρηματικό μόριο που δηλώνει πολύ μεγάλο βαθμό έντασης ή ποσότητας σε σχέση με το αναμενόμενο ή σύνηθες, χρησιμοποιούμενο για την ενίσχυση επιθέτων, επιρρημάτων ή ρημάτων (π.χ. πάρα πολύ).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ταινία ήταν πάρα καλή.
  • Έτρεξε πάρα γρήγορα για να προλάβει το λεωφορείο.
  • Σ' ευχαριστώ πάρα πολύ για τη βοήθεια.
  • Υπήρχαν πάρα πολλοί άνθρωποι στη συναυλία.
  • Το σπίτι είναι πάρα κοντά στη θάλασσα.