ούζο

ουσιαστικό

Παραδοσιακό ελληνικό αρωματισμένο αποσταγμένο ποτό με χαρακτηριστική γεύση γλυκάνισου, παρασκευαζόμενο συνήθως από αλκοόλη προερχόμενη από σταφύλια ή άλλες πρώτες ύλες και αρωματισμένο με γλυκάνισο, μάραθο, μαστίχα και άλλα βότανα, με περιεκτικότητα σε αλκοόλ συνήθως 37,5–50% vol., το οποίο θολώνει όταν αραιώνεται με νερό (φαινόμενο λουτζίσματος) και σερβίρεται συχνά ως απεριτίφ συνοδευόμενο από μεζέδες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ούζο συνοδεύει παραδοσιακά τους μεζέδες στην Ελλάδα.
  • Πρόσθεσε λίγο ούζο στην σάλτσα για πιο έντονο άρωμα.
  • Το ούζο του νησιού μας έχει ιδιαίτερη γλυκιά επίγευση.
  • Μετά το φαγητό ήπιαμε ένα ποτήρι ούζο στην ταβέρνα.
  • Η μυρωδιά του γλυκού θύμιζε ελαφρώς ούζο.