οχυρό

ουσιαστικό

1. Κατασκευή ή συγκρότημα έργων που προορίζεται για την άμυνα, συνήθως με τείχη, προμαχώνες, χαρακώματα και άλλα οχυρωματικά στοιχεία ώστε να προστατεύει στρατιωτικό προσωπικό, υλικό ή θέση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ανοχύρωτο ξεκάλυμμα αγρός πεδίο

Παραδείγματα χρήσης

  • Το οχυρό στην κορυφή του λόφου προστάτευε την πόλη.
  • Κατά τον πόλεμο, οι στρατιώτες κατέλαβαν ένα οχυρό κοντά στα σύνορα.
  • Το παλιό οχυρό μετατράπηκε σε μουσείο και άνοιξε για το κοινό.
  • Η γειτονιά αποτέλεσε οχυρό της αντίστασης κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων.
  • Χρησιμοποιήσαμε το υπόγειο ως προσωρινό οχυρό όταν ξκίνησε η καταιγίδα.