ορθολογισμός

ουσιαστικό

1. Φιλοσοφικό και επιστημονικό ρεύμα που θεωρεί την ορθολογική σκέψη και τη λογική ως κύριες πηγές γνώσης και ερμηνείας της πραγματικότητας.

Συνώνυμα

ορθολογικότητα λογική λογικότητα συλλογιστική συλλογισμός επιχειρηματολογία επιστημονικότητα κριτική

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ορθολογισμός στη φιλοσοφία υποστηρίζει ότι η λογική είναι η κύρια πηγή γνώσης.
  • Στην οικονομική πολιτική, ο ορθολογισμός συχνά ταυτίζεται με την αποδοτική κατανομή πόρων.
  • Ο ορθολογισμός στη λήψη αποφάσεων βοηθά να αποφεύγονται υποκειμενικές προκαταλήψεις.
  • Ο ορθολογισμός των δημόσιων υπηρεσιών επιδιώκει την απλούστευση διαδικασιών και τη μείωση της σπατάλης.
  • Ο ορθολογισμός μπορεί να οδηγήσει σε υποτίμηση των συναισθηματικών και πολιτισμικών αξιών.
  • Ο ορθολογισμός στην επιστημονική μέθοδο προάγει τη συστηματική αξιολόγηση των αποδείξεων.