οντότητα

ουσιαστικό

1. Ον ή σύνολο στοιχείων, φυσικό ή αφηρημένο, που έχει αυτοτελή ύπαρξη ή υπόσταση και μπορεί να προσδιοριστεί και να εξεταστεί ως διακριτή μονάδα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη φιλοσοφία, η οντότητα μελετάται ως το θεμελιώδες στοιχείο του υπάρχοντος.
  • Στο εταιρικό δίκαιο, μια επιχείρηση θεωρείται ξεχωριστή οντότητα από τους μετόχους της.
  • Στη σχεδίαση βάσεων δεδομένων, κάθε πίνακας αντιπροσωπεύει μια οντότητα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
  • Μια ζωντανή οντότητα χρειάζεται θρεπτικά συστατικά για να επιβιώσει.
  • Μια ιδέα μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αφηρημένη οντότητα στη θεωρία των εννοιών.
  • Το κράτος λειτουργεί ως οντότητα με δικούς του θεσμούς και αρμοδιότητες.