ονοματίζω
ρήμα1. Δίνω ή αποδίδω όνομα σε πρόσωπο, ζώο, αντικείμενο ή έννοια, καθορίζοντας πώς θα αναφέρεται.
2. Αναφέρω συγκεκριμένα το όνομα κάποιου ή κάποιου πράγματος, ώστε να ταυτοποιηθεί ή να ξεχωρίσει από άλλα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι γονείς ονοματίζουν το νεογέννητο κορίτσι Μαρία.
- Στην κατάθεσή του, ο μάρτυρας ονοματίζει τον ύποπτο ως συνεργό.
- Η έκθεση ονοματίζει τις κύριες αιτίες της οικονομικής κρίσης.
- Η επιτροπή ονοματίζει το πρόγραμμα «Πράσινη Πρωτοβουλία» επίσημα σήμερα.
- Κατά τη συζήτηση, ο καθηγητής ονοματίζει ιστορικές μορφές που επηρέασαν το κίνημα.