ομοιότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία δύο ή περισσότερα αντικείμενα, πρόσωπα, ιδέες ή φαινόμενα παρουσιάζουν κοινά γνωρίσματα, όμοια εμφάνιση ή παραπλήσιες ιδιότητες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ομοιότητα ανάμεσα στους δύο αδελφούς είναι εμφανής.
  • Υπάρχει ομοιότητα στις ιδέες των δύο συγγραφέων.
  • Στη γεωμετρία, η ομοιότητα των τριγώνων σημαίνει ότι έχουν αντίστοιχες γωνίες και αναλογίες πλευρών.
  • Στην ανάλυση δεδομένων, η ομοιότητα των προφίλ χρηστών χρησιμοποιείται για προσωποποιημένες προτάσεις.
  • Η ομοιότητα στο DNA μεταξύ των ειδών δείχνει κοινή καταγωγή.