ομιχλώδης

επίθετο

1. Που καλύπτεται ή διαποτίζεται από ομίχλη, με αποτέλεσμα τη μειωμένη ορατότητα και τη θαμπή όψη.

2. Που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σαφών λεπτομερειών ή ξεκάθαρης πληροφόρησης, καθιστώντας τη γνώση, την περιγραφή ή την κρίση δυσχερή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ομιχλώδης καιρός εμπόδιζε την ορατότητα στο λιμάνι.
  • Ο ομιχλώδης ουρανός έκανε τα φώτα της πόλης να φαίνονται πιο μυστηριώδη.
  • Ο ομιχλώδης λόγος του συγγραφέα άφησε αναπάντητα ερωτήματα για το νόημα του έργου.
  • Ο ομιχλώδης προορισμός στο χάρτη τόνιζε την αίσθηση της περιπέτειας.
  • Ο ομιχλώδης αέρας της κοιλάδας μετέφερε τη μυρωδιά του βρεγμένου χόρτου.