ομαδικός
επίθετο1. Που ανήκει ή αναφέρεται σε ομάδα, αφορά περισσότερα από ένα άτομα ως σύνολο.
2. Που γίνεται ή σχεδιάζεται να πραγματοποιηθεί από ομάδα ανθρώπων με συνεργασία.
3. Που χαρακτηρίζεται από συνεργατικότητα, κοινή προσπάθεια ή συλλογική δράση.
Συνώνυμα
συλλογικός συνεργατικός συνεργικός συμμετοχικός κολλεκτιβιστικός μαζικός συγκεντρωτικός κοινοτικός συντονισμένος παρεϊστικός παρεϊκός αλληλέγγυος συντροφικός
Αντώνυμα
ατομικός ατομικιστικός ατομιστικός μεμονωμένος ανεξάρτητος μοναχικός απομονωμένος αυτοτελής προσωπικός ιδιωτικός μόνος
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομαδική εργασία στο σχολείο βελτίωσε τη συνεργασία των μαθητών.
- Τράβηξαν μια ομαδική φωτογραφία μετά τον αγώνα.
- Στο αρχαιολογικό χώρο βρέθηκε ένας ομαδικός τάφος με αρκετά οστά.
- Η εταιρεία προσφέρει ομαδική έκπτωση για ομάδες άνω των δέκα ατόμων.
- Στο εργαστήριο κάναμε ομαδικά πειράματα για να κατανοήσουμε την κοινή λογική της μεθόδου.