οικονομία
ουσιαστικό1. Σύνολο των παραγωγικών, διανεμητικών και καταναλωτικών δραστηριοτήτων σε μια κοινωνία ή περιοχή καθώς και οι δομές και οι σχέσεις που καθορίζουν την παραγωγή, τη διανομή και την κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών.
Συνώνυμα
οικονομικότητα εξοικονόμηση οικονόμηση φειδώ φειδωλότητα λιτότητα διαχείριση αποταμίευση συντομία διοίκηση αγορά συντήρηση απλότητα μετριοπάθεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η οικονομία της χώρας ανακάμπτει μετά τις μεταρρυθμίσεις.
- Στο νοικοκυριό, η οικονομία επιτυγχάνεται με προσεκτικό προϋπολογισμό.
- Αυτό το πρόγραμμα προσφέρει οικονομία χρόνου και ενέργειας.
- Ο τουρισμός ενίσχυσε την τοπική οικονομία.
- Η οικονομία πόρων στο εργοστάσιο μείωσε τα λειτουργικά έξοδα.