οικειοποιούμαι
ρήμα1. Παίρνω ή καταλαμβάνω κάτι και το θεωρώ δικό μου, αποκτώντας νόμιμη ή ανεπίσημη κυριότητα.
2. Υιοθετώ ή προσαρμόζω κάτι (όπως συμπεριφορά, ιδέα ή πρακτική) ώστε να γίνει οικείο και αποδεκτό για μένα.
Συνώνυμα
σφετερίζομαι υφαρπάζω υιοθετώ ενσωματώνω αφομοιώνω διεκδικώ αποκτώ καταλαμβάνω κατακτώ καπαρώνω κατάσχω εξοικειώνομαι αρπάζω κλέβω παίρνω αποσπώ μονοπωλώ συνηθίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σιγά σιγά οικειοποιούμαι τον καινούργιο μου χώρο εργασίας.
- Μελετώντας παλιά τραγούδια, οικειοποιούμαι στοιχεία από διαφορετικές μουσικές παραδόσεις.
- Αναζητώ έμπνευση, αλλά προσπαθώ να μην οικειοποιούμαι άδικα πολιτιστικά σύμβολα.
- Μέσα από την καθημερινή εξάσκηση, οικειοποιούμαι σταδιακά νέες λέξεις και εκφράσεις της ξένης γλώσσας.
- Αργά-αργά οικειοποιούμαι ξανά το σώμα μου μετά την ασθένεια.