ξεθάβω
ρήμα1. Αφαιρώ από τη γη ή από το σημείο όπου έχει ταφεί με σκάψιμο ή άλλη ενέργεια, συνήθως σώμα, αντικείμενο ή αρχαιολογικό εύρημα.
Συνώνυμα
ξετρυπώνω ανασκάπτω ανασκαλεύω ανασύρω σκάβω βγάζω ξεσκεπάζω αναμοχλεύω σκαλίζω αποκαλύπτω επαναφέρω ξανασκάβω ξεσκονίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αρχαιολόγος ξεθάβει σήμερα ένα αρχαίο αγγείο.
- Χθες ξεθάψαμε τις παλιές πατάτες από τον κήπο.
- Συχνά ξεθάβει παλιές υποθέσεις για να προκαλέσει ένταση.
- Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ξεθάβουν κάθε παλιό σκάνδαλο.
- Οι δημοσιογράφοι θα ξεθάψουν στοιχεία από παλιότερα άρθρα.