ξεβιδώνω
ρήμα1. Αποσυνδέω ή αφαιρώ εξάρτημα που είναι προσαρτημένο με βίδα ή έχει σπείρωμα, γυρίζοντάς το αντίθετα από τη φορά του βιδώματος, ώστε να λυθεί ή να βγει.
2. Ανοίγω ή αφαιρώ καπάκι, πώμα ή άλλο κλείστρο που λειτουργεί με περιστροφή.
Συνώνυμα
αποβιδώνω ξεσφίγγω αποσφραγίζω λασκάρω ανοίγω βγάζω αφαιρώ λύνω χαλαρώνω αποσυναρμολογώ ξεκουμπώνω ξεχαρβαλώνω αποσυνδέω ξεσφραγίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που φτιάχνω το ποδήλατο, ξεβιδώνω τις βίδες του τιμονιού.
- Για να ανοίξω το βάζο, ξεβιδώνω το καπάκι με προσοχή.
- Στην εργασία μου στο συνεργείο, ξεβιδώνω τα μπουλόνια πριν αφαιρέσω τον κινητήρα.
- Σήμερα ξεβιδώνω τη λάμπα για να την αντικαταστήσω.
- Όταν επισκευάζω τον υπολογιστή, πρώτα ξεβιδώνω το κουτί για να δω τα εξαρτήματα.