ξανακάνω
ρήμα1. Εκτελώ ξανά μια ενέργεια ή διαδικασία που έχει προηγηθεί, συνήθως για διόρθωση, βελτίωση ή επειδή το αρχικό αποτέλεσμα δεν ήταν επιθυμητό.
2. Δημιουργώ ή κατασκευάζω κάτι από την αρχή ή με αλλαγές, αντικαθιστώντας ή ανανεώνοντας το προηγούμενο.
Συνώνυμα
επαναλαμβάνω ξαναφτιάχνω ξαναδοκιμάζω ξαναγράφω αναπαράγω αναδημιουργώ αποκαθιστώ διορθώνω επανορθώνω ανανεώνω ξαναστήνω επανεκκινώ επανασχεδιάζω επανακατασκευάζω ανασυνθέτω ξανασυναρμολογώ ανακατασκευάζω επανεκτελώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να ξανακάνω την άσκηση γιατί έκανα λάθη.
- Το τραπέζι δεν είναι όπως το ήθελα, θα ξανακάνω το φινίρισμα.
- Αν χάλασε το αρχείο, θα ξανακάνω την παρουσίαση από την αρχή.
- Κάθε φορά που αποτυγχάνω, ξανακάνω προσπάθεια μέχρι να πετύχω.
- Για να το διορθώσω, θα ξανακάνω το ράψιμο με προσοχή.