ντιλ
ουσιαστικόΣυμφωνία ή ρύθμιση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μερών που αφορά ανταλλαγή αγαθών, υπηρεσιών ή όρων συνεργασίας, με καθορισμένους όρους και αμοιβαίες υποχρεώσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κλείσαμε ένα ντιλ με τον προμηθευτή.
- Το μαγαζί έχει ένα καλό ντιλ στα παπούτσια σήμερα.
- Υπήρχε κάποιο ύποπτο ντιλ μεταξύ των δύο εταιρειών.
- Έκαναν ένα ντιλ για να μοιραστούν τα κέρδη.
- Στο πόκερ, το ντιλ καθορίζει ποιος παίζει πρώτος.