νοθευμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί νοθεία με την προσθήκη ξένων, ακατάλληλων ή κατώτερης ποιότητας ουσιών, με αποτέλεσμα να μην είναι καθαρό, αγνό ή γνήσιο (π.χ. προϊόντα, τρόφιμα, ποτά).
Συνώνυμα
παραποιημένος πλαστός παραχαραγμένος πειραγμένος αλλοιωμένος στημένος πλαστογραφημένος φτιαγμένος μαγειρεμένος χειραγωγημένος φτιαχτός ψεύτικος μολυσμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το γάλα ήταν νοθευμένο με νερό.
- Οι εκλογές ήταν νοθευμένες.
- Το μέλι αποδείχθηκε νοθευμένο.
- Διαπιστώθηκε ότι ο διαγωνισμός ήταν νοθευμένος.
- Τα δείγματα νερού ήταν νοθευμένα από χημικούς ρύπους.