νεωτερικός

επίθετο

1. Που ανήκει ή σχετίζεται με τη νεότερη ή σύγχρονη εποχή και τα χαρακτηριστικά της.

2. Που εισάγει νέες ιδέες, μορφές ή πρακτικές και απομακρύνεται από παραδοσιακά πρότυπα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο νεωτερικός σχεδιασμός δίνει έμφαση στη λειτουργικότητα και την απλότητα.
  • Η νεωτερική τέχνη αμφισβήτησε τις παραδοσιακές μορφές έκφρασης.
  • Το νεωτερικό κτίριο με γυαλί και μέταλλο κυριαρχεί στην πλατεία.
  • Οι νεωτερικοί αρχιτέκτονες προτιμούν λιτές φόρμες και ανοιχτούς χώρους.
  • Οι νεωτερικές ιδέες για την εκπαίδευση μεταβάλλουν το πρόγραμμα σπουδών.