μπλέκομαι
ρήμα1. Μπλέκομαι φυσικά, όταν ίνες, νήματα, σχοινιά, μαλλιά ή άλλα αντικείμενα αναμειγνύονται ή σχηματίζουν κόμπους μεταξύ τους και παύει να είναι εύκολη η διάκρισή τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ξεμπλέκομαι ξεμπερδεύομαι απεμπλέκομαι αποφεύγω αποχωρώ αποσύρομαι απομακρύνομαι ελευθερώνομαι απομονώνομαι διαφεύγω αποτραβιέμαι
Παραδείγματα χρήσης
- Με τα ακουστικά στην τσάντα, πάντα μπλέκομαι με τα καλώδια.
- Κάθε φορά που προσπαθώ να βοηθήσω, μπλέκομαι σε μπελάδες.
- Δεν θέλω να μπλέκομαι σε ξένες διαμάχες.
- Όταν διαβάζω πολλές πληροφορίες μαζί, μπλέκομαι και δυσκολεύομαι να καταλάβω.
- Στις ερωτικές ιστορίες των φίλων, μπλέκομαι εύκολα.