μοναδικότητα

ουσιαστικό

1. Η ιδιότητα ή κατάσταση του να υπάρχει ως μοναδικό παράδειγμα, χωρίς άλλο όμοιο.

2. Χαρακτηριστικό ή σύνολο χαρακτηριστικών που καθιστούν κάτι ξεχωριστό ή ιδιαίτερο σε σχέση με άλλα αντικείμενα, πρόσωπα ή φαινόμενα.

Συνώνυμα

μοναδότητα ιδιαιτερότητα πρωτοτυπία ατομικότητα αποκλειστικότητα σπανιότητα διαφορετικότητα διακριτότητα ξεχωριστότητα αυθεντικότητα ιδιοτυπία διαφοροποίηση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μοναδικότητα κάθε ανθρώπου αξίζει σεβασμό.
  • Στην άλγεβρα, η μοναδικότητα της λύσης αποδείχθηκε με απλό τρόπο.
  • Η μοναδικότητα αυτού του έργου τέχνης το καθιστά περιζήτητο.
  • Η μοναδικότητα της στιγμής με έκανε να σταματήσω και να χαμογελάσω.
  • Οι επιστήμονες συζητούν για τη μοναδικότητα των συνθηκών που επέτρεψαν τη ζωή στη Γη.