μηχανικός

ουσιαστικό

1. Επαγγελματίας επιστήμονας ή τεχνικός εφαρμοσμένων επιστημών που σχεδιάζει, αναπτύσσει, δοκιμάζει, επιβλέπει και συντηρεί μηχανές, κατασκευές, συστήματα ή διαδικασίες, εφαρμόζοντας μαθηματικές και φυσικές αρχές.

Συνώνυμα

τεχνικός μάστορας μηχανουργός μηχανιστής επισκευαστής συντηρητής ξύλινος τεχνίτης μηχανολόγος μηχανοδηγός ειδικός τεχνουργός μηχανοτεχνίτης ηλεκτρολόγος επιστήμονας αυτόματος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μηχανικός σχεδίασε τη γέφυρα.
  • Η μηχανικός επέβλεψε τις εργασίες στο εργοστάσιο.
  • Οι μηχανικοί συζήτησαν τις αλλαγές στο πρόγραμμα.
  • Κάλεσαν τον μηχανικό για να επισκευάσει το αυτοκίνητο.
  • Ο μηχανικός του πλοίου έλεγξε τις μηχανές πριν τον απόπλου.