μηχανή
ουσιαστικό1. Συσκευή αποτελούμενη από συνδεδεμένα μέρη που εκμεταλλεύεται, μετασχηματίζει ή μεταδίδει ενέργεια ή κίνηση για την εκτέλεση εργασίας ή την παραγωγή αποτελέσματος.
Συνώνυμα
μηχάνημα μηχανάκι μοτοσυκλέτα κινητήρας μοτέρ συσκευή μοτοσικλέτα μηχανισμός όχημα όργανο ατμομηχανή γουρούνα ρομπότ σκούτερ δίκυκλο μηχανούλα εφεύρημα εργαλείο κατασκευή αμάξι υπολογιστής άρμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μηχανή δουλεύει χωρίς προβλήματα.
- Η μηχανή του αυτοκινήτου χρειάζεται σέρβις.
- Πήγε στη δουλειά με τη μηχανή.
- Η μηχανή αναζήτησης έδωσε πολλά αποτελέσματα.
- Η μηχανή του καφέ έχει σπάσει.
- Η ομάδα έγινε μια μηχανή παραγωγής ιδεών.