μετατόπιση
ουσιαστικό1. Αλλαγή της θέσης ενός σώματος ή σημείου σε σχέση με ένα σημείο αναφοράς, που περιγράφεται ως διάνυσμα με μέτρο και κατεύθυνση.
2. Μετακίνηση ή μεταφορά αντικειμένου, στοιχείου ή ατόμου από μία θέση σε άλλη.
Συνώνυμα
μετακίνηση εκτόπιση κίνηση μετάθεση μεταφορά απομάκρυνση ολίσθηση αναβολή κινητικότητα εκτροπή απόκλιση μεταβολή παρεκτόπιση κουνήμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μετατόπιση του αντικειμένου ήταν δύο μέτρα προς τα δεξιά.
- Η αστρονόμος ανέφερε μια μετατόπιση προς το ερυθρό στο φάσμα του αστέρα.
- Λόγω έργων, αποφασίστηκε η μετατόπιση της συνάντησης για την επόμενη εβδομάδα.
- Ο θεραπευτής εξήγησε ότι η μετατόπιση των συναισθημάτων σε άλλο πρόσωπο είναι αμυντικός μηχανισμός.
- Η μετατόπιση του ρήγματος προκάλεσε σημαντικές ζημιές στα κτίρια.