μαριονέτα
ουσιαστικό1. Φιγούρα, συνήθως ανθρώπινη ή ζωόμορφη, που κινείται με τη βοήθεια νημάτων, σύρματος ή ράβδων από χειριστή και χρησιμεύει σε θεατρικές παραστάσεις ή ψυχαγωγία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παιδί κράτησε την μαριονέτα και της έδωσε φωνή.
- Στην παράσταση, ο καλλιτέχνης κινούσε την μαριονέτα με επιδεξιότητα.
- Ο πρωθυπουργός κατηγορήθηκε ότι είναι μαριονέτα ξένων συμφερόντων.
- Στο μυθιστόρημα, ο ήρωας παρουσιάζεται ως μαριονέτα των παθών του.
- Η παλιά μαριονέτα είχε ραμμένο κοστούμι και σπασμένα μάτια.