μαντεύω
ρήμα1. Διατυπώνω πιθανή εκδοχή ή απάντηση για κάτι χωρίς βεβαιότητα, βασιζόμενος σε ελλιπή, έμμεσα ή ενδεικτικά στοιχεία ή στη διαίσθηση.
2. Προσπαθώ να ανακαλύψω τι σκέφτεται, τι αισθάνεται ή τι έχει σκοπό κάποιος, χωρίς άμεση δήλωση από αυτόν.
Συνώνυμα
εικάζω υποθέτω πιθανολογώ συμπεραίνω προβλέπω προφητεύω διαβλέπω εκτιμώ υποψιάζομαι πιστεύω φαντάζομαι υπολογίζω κατανοώ ανιχνεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως μαντεύω την έκβαση των παιχνιδιών.
- Σήμερα μαντεύω ότι θα βρέξει.
- Στο παιχνίδι, μαντεύω ποιος κρύβει το αντικείμενο.
- Με ένα βλέμμα, μαντεύω τα συναισθήματά της.
- Μερικές φορές μαντεύω τις απαντήσεις χωρίς να ελέγχω τα δεδομένα.
- Δεν μαντεύω πάντα σωστά.