μαγικά
ουσιαστικό1. Υπερφυσικές ενέργειες, δυνάμεις ή φαινόμενα που αποδίδονται σε μαγική δράση και θεωρούνται ικανές να επηρεάσουν ή να αλλάξουν την πραγματικότητα με τρόπο που υπερβαίνει τους φυσικούς νόμους.
Συνώνυμα
μαγεία θαυματουργικά μαγευτικά μαγεμένα μυστηριωδώς μυστικώς θαυμαστά θαυμαστώς απίστευτα φανταστικά υπέροχα θεαματικά εντυπωσιακά παραμυθένια μεταφυσικά εκθαμβωτικά σούπερ τρομερά καταπληκτικά τέλεια απίθανα παραδόξως συγκλονιστικά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ταχυδακτυλουργός έκανε πολλά μαγικά.
- Τα προβλήματα λύθηκαν μαγικά, χωρίς να καταλάβουμε πώς.
- Φόρεσε μαγικά ρούχα και έκλεψε την παράσταση.
- Τα παιδιά χειροκρότησαν όταν είδαν τα μαγικά της παράστασης.
- Ξαφνικά, η εικόνα εμφανίστηκε μαγικά στην οθόνη.