μαγεία
ουσιαστικό1. Πρακτική ή σύνολο τεχνικών που αποδίδονται σε υπερφυσικές δυνάμεις και θεωρείται ικανή να επιφέρει αλλαγές στην πραγματικότητα με μυστηριώδεις ή ανεξήγητους τρόπους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μαγεία του μάγου φαινόταν αληθινή.
- Η μαγεία του ηλιοβασιλέματος με ενθουσιάζει.
- Υπήρχε μια σιωπηλή μαγεία στην παλιά πόλη.
- Δεν υπάρχει μαγεία χωρίς προσπάθεια.
- Η μαγεία της μουσικής ενώνει τους ανθρώπους.