λησμονώ
ρήμα1. Παύω να θυμάμαι ή χάνεται από τη μνήμη μου ένα πρόσωπο, γεγονός, πληροφορία ή εμπειρία, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να το ανακαλέσω.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά λησμονώ πού έβαλα τα κλειδιά μου.
- Προσπαθώ να μην λησμονώ τα σημαντικά ραντεβού.
- Με τον καιρό λησμονώ τις παλιές πικρές αναμνήσεις.
- Δεν λησμονώ ποτέ την υποστήριξη των φίλων μου.
- Όταν εργάζομαι πολύ, συχνά λησμονώ να φάω.