λησμονιά
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα απώλειας μνήμης, κατά την οποία δεν είναι δυνατή η ανάκληση εμπειριών, πληροφοριών ή προσώπων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λησμονιά του τον έκανε να ξεχάσει το ραντεβού.
- Η ανάμνηση έπεσε στη λησμονιά του χρόνου.
- Η λησμονιά απάλυνε τον πόνο μετά το χωρισμό.
- Φοβόταν τη λησμονιά περισσότερο κι από το θάνατο.
- Οι παλιοί ήρωες βυθίστηκαν στη λησμονιά των αιώνων.
- Μια στιγμιαία λησμονιά του κόστισε την ευκαιρία.