λεβέντης
ουσιαστικόΠρόσωπο (συνήθως άνδρας) που διακρίνεται για το θάρρος, την ευθύτητα και την αξιοπρέπεια στη συμπεριφορά, με χαρακτηριστικά που προκαλούν σεβασμό και εκτίμηση στην κοινωνική του παρουσία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λεβέντης μπήκε στο δωμάτιο και τράβηξε όλα τα βλέμματα.
- Ο λεβέντης δεν δίστασε να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο για να σώσει τους άλλους.
- Τον λεβέντη τον εκτιμούν όλοι στη γειτονιά για την ευγένεια και το θάρρος του.
- Οι λεβέντες της οικογένειας διατηρούν τις παραδόσεις με σεβασμό.
- Μη με φωνάζεις λεβέντη, απλώς έκανα το καθήκον μου.