λαθραίος
επίθετο1. Που διακινείται, εισάγεται ή κατέχεται χωρίς τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών και χωρίς επίσημη άδεια ή έλεγχο.
2. Που γίνεται κρυφά ή ανεπίσημα, χωρίς δημόσια γνωστοποίηση ή θεσμική αναγνώριση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι τελωνειακοί κατάσχεσαν λαθραία τσιγάρα στο φορτίο.
- Ο λαθραίος επιβάτης βρέθηκε κρυμμένος στον χώρο αποσκευών.
- Μπήκε λαθραία στο κτίριο για να παρακολουθήσει τη συνάντηση.
- Το πλήρωμα εντόπισε λαθραίους επιβάτες κρυμμένους στο μηχανοστάσιο.
- Το έγγραφο περιείχε ένα λαθραίο σημείωμα στο περιθώριο.