λαγούμι
ουσιαστικό1. Υπόγειο ή επιφανειακό καταφύγιο, συνήθως σκαμμένο από λαγούς ή άλλα μικρά θηλαστικά, που χρησιμοποιείται ως φωλιά και προστασία από θηρευτές και καιρικές συνθήκες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το λαγούμι του λαγού βρισκόταν κάτω από έναν θάμνο.
- Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ένα υπόγειο λαγούμι γεμάτο αγγεία.
- Ο φυγάς βρήκε καταφύγιο σε ένα μικρό λαγούμι στο δάσος.
- Μπήκε στο λαγούμι των διαδικτυακών συζητήσεων και ξέχασε την ώρα.
- Τα παιδιά πίστευαν πως πίσω από το λαγούμι υπήρχε ένας μυστικός κόσμος.