κόμβος
ουσιαστικό1. Σχηματισμός από βρόχους ή περιελίξεις σε σχοινί, νήμα ή άλλο ευέλικτο υλικό που συγκρατεί τα μέρη μεταξύ τους και δημιουργεί σταθερή ή ρυθμιζόμενη ένωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κόμβος στην εθνική οδό έκλεισε για επισκευές.
- Κάθε κόμβος του δικτύου πρέπει να έχει ενημερωμένο λογισμικό.
- Το αεροδρόμιο είναι σημαντικός κόμβος για πτήσεις προς την Ασία.
- Ο γιατρός εντόπισε έναν πρησμένο κόμβο στον τράχηλο.
- Το ταχύπλοο έπλεε με 30 κόμβους.