κτύπημα

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της πρόσκρουσης ενός αντικειμένου πάνω σε άλλο, που συχνά προκαλεί μετατόπιση, ζημιά ή ακουστό θόρυβο.

2. Ήχος που παράγεται όταν κάτι χτυπιέται ή προσκρούει, όπως ο θόρυβος στην πόρτα, σε ένα μέταλλο ή σε έναν τοίχο.

Συνώνυμα

χτύπημα χτύπος κτύπηση παλμός χτύπηση πλήγμα κρούση κρότος χαστούκι ράπισμα μπουνιά σφαλιάρα γρονθοκόπημα σφυροκόπημα πρόσκρουση τράνταγμα τραύμα σύγκρουση ταρακούνημα αναταραχή κρούσμα επέλαση επίθεση στούκα κροτάλισμα χτυπητό επίδραση σπρωξιά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το παιδί δέχτηκε ένα κτύπημα στο χέρι.
  • Άκουσα ένα κτύπημα στην πόρτα αργά το βράδυ.
  • Ένιωσα ένα δυνατό κτύπημα στην καρδιά μου όταν άκουσα τα νέα.
  • Άκουσα το κτύπημα του ρολογιού που έδειχνε τα μεσάνυχτα.
  • Η εταιρεία υπέστη ένα σοβαρό οικονομικό κτύπημα μετά την κρίση.