κτήση

ουσιαστικό

1. Πράγμα ή στοιχείο περιουσίας που έχει αποκτηθεί και ανήκει σε κάποιον, υλικό ή άυλο.

2. Η πράξη ή διαδικασία με την οποία αποκτάται κάτι και το αποτέλεσμα αυτής της απόκτησης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κτήση του ακινήτου έγινε με τραπεζικό δάνειο.
  • Για την κτήση ξένων γλωσσών χρειάζεται καθημερινή εξάσκηση.
  • Η κτήση της ιδιοκτησίας αποδεικνύεται με το συμβόλαιο.
  • Η κτήση νέων δεξιοτήτων απαιτεί υπομονή και ενασχόληση.
  • Η κτήση σημαντικών περιουσιακών στοιχείων άλλαξε τη ζωή του.