κρύπτη
ουσιαστικό1. Χώρος ή θέση κρυμμένη ή δυσπρόσιτη που προορίζεται για να κρύβονται άνθρωποι, αντικείμενα ή πολύτιμα είδη.
2. Κρυφό διαμέρισμα ή άνοιγμα μέσα σε έπιπλο, τοίχο, πάτωμα ή όχημα, που χρησιμεύει για την απόκρυψη ή την αποθήκευση αντικειμένων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κρύπτη κάτω από το πατάρι έκρυβε παλιά γράμματα.
- Βρήκαμε μια κρύπτη πίσω από τη βιβλιοθήκη, γεμάτη σημειώσεις.
- Ο αρχαιολόγος άνοιξε την κρύπτη και ανέσυρε κεραμικά αγγεία.
- Για κάποιους, το παλιό χρηματοκιβώτιο ήταν μια κρύπτη ασφαλείας.
- Οι αντάρτες είχαν στήσει μια κρύπτη στο βουνό ως καταφύγιο.