κούκλος

ουσιαστικό

1. Μικρό αναπαραστατικό ομοίωμα ανθρώπου, συνήθως κατασκευασμένο από ύφασμα, πλαστικό ή άλλο υλικό, που χρησιμοποιείται για παιχνίδι, διακόσμηση ή συλλογή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κούκλος στο πάρτι τράβηξε όλα τα βλέμματα.
  • Είσαι κούκλος σήμερα, έχεις αλλάξει πολύ.
  • Όταν ντύθηκε με το κοστούμι, έγινε κούκλος.
  • Με αυτό το μαλλί νομίζει ότι είναι κούκλος, αλλά μοιάζει περίεργος.
  • Ο κούκλος της σχολικής παρέας ήταν πάντα δημοφιλής.