κουτσούβελο
ουσιαστικό1. Μικρό παιδί ή βρέφος, συνήθως σε οικείο, χαϊδευτικό ή ειρωνικό ύφος.
2. Μικρό ή ασθενικό πλάσμα ή αντικείμενο, που δηλώνει μικρό μέγεθος ή εύθραυστη κατάσταση και χρησιμοποιείται περιπαικτικά ή υποτιμητικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μικρό κουτσούβελο έκλαιγε όλο το βράδυ.
- Έχεις φέρει το κουτσούβελο στη γιορτή;
- Η γειτονιά γέμισε κουτσούβελα που έπαιζαν στην αυλή.
- Μην αφήνεις το κουτσούβελο μόνο του κοντά στη σκάλα.
- Τα κουτσούβελα κοιμήθηκαν νωρίς μετά το πάρτι.