κουβέντα
ουσιαστικό1. Λεκτική ανταλλαγή σκέψεων, απόψεων ή πληροφοριών μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων, συνήθως ανεπίσημη.
2. Σύντομο ή ανεπίσημο σχόλιο ή παρατήρηση που εκφράζεται προφορικά.
Συνώνυμα
συζήτηση συνομιλία διάλογος κουβεντούλα κουβεντίτσα συζήτημα διαβούλευση ομιλία λόγος λαλιά φλυαρία κουβεντολόι συνδιάλεξη συνδιαλέξη συνέντευξη υπόσχεση λέξη διήγηση κουτσομπολιό προφορικότητα ρήση αερολογία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάναμε μια κουβέντα στο καφενείο και γελάσαμε πολύ.
- Πρέπει να έχουμε μια σοβαρή κουβέντα για το μέλλον της ομάδας.
- Δεν είπε ούτε μια κουβέντα για το συμβάν.
- Έγινε αρκετή κουβέντα στα μέσα ενημέρωσης για το νέο νομοσχέδιο.
- Στην αγορά κάναμε κουβέντα για την τιμή και καταλήξαμε σε συμφωνία.