κομπανία
ουσιαστικό1. Σύνολο μουσικών που παίζουν μαζί, σχηματίζοντας ομάδα για συναυλίες, ηχογραφήσεις ή παραστάσεις.
2. Θεατρικό ή γενικότερο καλλιτεχνικό συγκρότημα που περιοδεύει ή παρουσιάζει κοινά έργα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κομπανία έπαιξε λαϊκά τραγούδια στο πανηγύρι.
- Σχημάτισαν μια μικρή κομπανία μουσικών για τις γιορτές.
- Πήγαμε στο χωριό με την κομπανία για το τριήμερο.
- Η θεατρική κομπανία παρουσίασε το έργο στο μικρό θέατρο.
- Οι παλιοί συνεργάτες ξαναέφτιαξαν την κομπανία που κάποτε είχε μεγάλη φήμη.