κολλημάρα
ουσιαστικό1. Έντονη και επίμονη ψυχική προδιάθεση προς ένα θέμα, ιδέα, αντικείμενο ή πρόσωπο, που απασχολεί διαρκώς το άτομο.
2. Ισχυρή προσκόλληση ή προτίμηση που εκδηλώνεται μέσω επίμονης και επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς ή σκέψης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κολλημάρα του με την καθαριότητα τον κάνει να σκουπίζει κάθε μέρα.
- Η κολλημάρα του με τα σπάνια συλλεκτικά αντικείμενα έχει γεμίσει όλο το σπίτι.
- Είχε μια κολλημάρα για εκείνην και δεν μπορούσε να σταματήσει να τη σκέφτεται.
- Η κολλημάρα του προϊσταμένου με τις λεπτομέρειες καθυστερούσε όλη τη δουλειά.
- Πρέπει να κόψει αυτή την κολλημάρα με το κινητό την ώρα του φαγητού.