κοινοτικός
επίθετο1. Που αφορά ή σχετίζεται με μια κοινότητα, δηλαδή με ομάδα ανθρώπων που ζουν σε συγκεκριμένη περιοχή ή μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά, συμφέροντα ή θεσμούς.
Συνώνυμα
κοινωνικός τοπικός δημοτικός συλλογικός συνοικιακός κοινόχρηστος δημόσιος δημοτικό συνεργατικός κοινός συμμετοχικός αλληλέγγυος περιφερειακός ομαδικός
Αντώνυμα
ατομικός ιδιωτικός ατομικιστικός ανεξάρτητος κρατικός προσωπικός προσωπικό μοναχικός αποκλειστικός ιδιωτικοποιημένος απομονωμένος μονωτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κοινοτικός σύμβουλος ενημέρωσε τους κατοίκους για τα νέα μέτρα.
- Η κοινοτική βιβλιοθήκη προσφέρει δωρεάν πρόσβαση στο διαδίκτυο και μαθήματα.
- Το κοινοτικό συμβούλιο αποφάσισε να ανακαινίσει το πάρκο της γειτονιάς.
- Οι κοινοτικές υπηρεσίες κινητοποίησαν βοήθεια μετά την πλημμύρα.
- Το πρόγραμμα χρηματοδοτείται από κοινοτικά κονδύλια.