κλειδωμένος
επίθετο1. Που έχει κλειδωθεί με κλειδί ή άλλο μηχανισμό, έτσι ώστε να μην επιτρέπεται το άνοιγμα ή η πρόσβαση χωρίς το κατάλληλο μέσο.
Συνώνυμα
ασφαλισμένος κλειδαμπαρωμένος αμπαρωμένος μπαρωμένος κλειδωθείς πιασμένος κλειστός σφραγισμένος εγκλεισμένος φυλακισμένος δεδομένος αποκλεισμένος έγκλειστος εγκλωβισμένος περικλεισμένος απομονωμένος συγκλεισμένος θωρακισμένος προδιαγεγραμμένος καθορισμένος προκαθορισμένος
Αντώνυμα
ξεκλειδωμένος ξεκλείδωτος ανοιχτός ανοιγμένος ανοικτός προσβάσιμος ελεύθερος απελευθερωμένος αποδεσμευμένος ανεμπόδιστος απεγκλωβισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κλειδωμένος χώρος δεν επιτρέπεται στο κοινό.
- Ο κλειδωμένος λογαριασμός απαιτεί επαλήθευση ταυτότητας για επαναφορά.
- Ο κλειδωμένος υπολογιστής δεν επιτρέπει πρόσβαση στα αρχεία.
- Από τότε που συνέβη, είναι κλειδωμένος συναισθηματικά.
- Ο κλειδωμένος μέσα στο δωμάτιο περίμενε βοήθεια μέχρι να φτάσει κάποιος.