κινητός
επίθετο1. Που μπορεί να μετακινείται ή να μεταφέρεται εύκολα από ένα μέρος σε άλλο.
2. Που δεν είναι σταθερά προσαρτημένος ή μόνιμα τοποθετημένος κάπου.
3. Που αλλάζει θέση, κατάσταση ή χρήση ανάλογα με τις ανάγκες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κινητό μου τηλέφωνο δεν έχει μπαταρία.
- Αγόρασε έναν κινητό ανεμιστήρα για το καλοκαίρι.
- Στην είσοδο υπάρχει ένας κινητός φρουρός για τη νυχτερινή βάρδια.
- Το σχολείο διαθέτει κινητή βιβλιοθήκη που επισκέπτεται τα χωριά.
- Χρησιμοποίησαν ένα κινητό εργαστήριο για τις αναλύσεις στο πεδίο.