κείτομαι

ρήμα

1. Βρίσκομαι με το σώμα σε οριζόντια θέση πάνω σε επιφάνεια, συνήθως ακουμπώντας το έδαφος ή κρεβάτι.

2. Βρίσκομαι τοποθετημένος ή εντοπισμένος σε συγκεκριμένο χώρο ή σημείο, χωρίς ενεργό κίνηση ή συμμετοχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μερικές φορές κείτομαι στο κρεβάτι όλη μέρα όταν νιώθω αδύναμος.
  • Τις πρώτες μέρες του καλοκαιριού κείτομαι στο μπαλκόνι και διαβάζω.
  • Σε εκείνο το υπόγειο κείτομαι σιωπηλός και σκέφτομαι τα παλιά.
  • Στη σκηνή της μάχης στη φαντασία μου κείτομαι νεκρός και βλέπω τους άλλους να τρέχουν.
  • Αν δεν κινηθώ, κείτομαι σαν μια πέτρα.