καχυποψία
ουσιαστικόΤάση ή διάθεση να υποψιάζεται κανείς ότι οι άλλοι έχουν κακές προθέσεις ή κρυφούς σκοπούς, εκδηλώνοντας επιφύλαξη και δισταγμό στην παροχή εμπιστοσύνης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έδειξε καχυποψία απέναντί του όταν άρχισε να δίνει αντιφατικές απαντήσεις.
- Η καχυποψία για τα πραγματικά κίνητρά του διαδόθηκε γρήγορα στο γραφείο.
- Οι πολίτες αντιμετώπισαν με καχυποψία τις εξαγγελίες της κυβέρνησης.
- Η καχυποψία του απέναντι σε κάθε καινούργια τεχνολογία τον κρατάει μακριά από τις online υπηρεσίες.
- Ο γιατρός είπε ότι η έντονη καχυποψία μπορεί να αποτελεί σύμπτωμα ψυχικής διαταραχής.